Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Απριλίου 2008

3-4-2008


Αυξάνοντας τις ρωγμές,

καταρρίπτουμε το τείχος της διαίρεσης

της Κύπρου και του λαού της.

Κibris'da baris insallah!

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2007

Ενιαία κοινωνική πολιτική

Η πρόθεση και η προσπάθεια κάθε εργοδότη να πετύχει το μικρότερο δυνατό κόστος στη διεκπεραίωση της δραστηριότητάς του είναι δεδομένη και θεμιτή στα πλαίσια της ελεύθερης οικονομίας. Το ίδιο και η διεκδίκηση από τον εργαζόμενο μεγαλύτερου μεριδίου από το προϊόν της εργασίας του. Κοινή συνισταμένη για ικανοποίηση αμφοτέρων είναι η αύξηση της παραγωγικότητας με την καλύτερη οργάνωση της παραγωγής και τη χρήση προηγμένης τεχνολογίας, ώστε εργοδότης και εργαζόμενος να καρπούνται και το επιπλέον προϊόν του μηχανικού εξοπλισμού.
Στο μέτρο που η κοινή συνισταμένη δε λειτουργεί ή δεν αξιοποιείται οδηγούμαστε στις συνηθισμένες κοινωνικές αναταραχές που εκδηλώνονται ως απεργίες και που έχουν πάντα ολέθριες συνέπειες, προσωρινές ή και μονιμότερες και για τους δυο συγκρουομένους, αλλά και για το κοινωνικό σύνολο. Διερωτάται ο ευαίσθητος πολίτης γιατί το Υπουργείο Εργασίας, αντί ως διαιτητής των εργατικών διαφορών να περιορίζεται σε προτάσεις συμβιβασμού, δε μελετά πρακτικές ιδέες και δεν προτείνει ευφάνταστους τρόπους αύξησης της παραγωγικότητας στον κάθε συγκεκριμένο τομέα για ικανοποίηση και των δυο πλευρών. Όμως, ας μη καταπιαστούμε με ...οδηγίες· ας εμβαθύνουμε στο πρόβλημα.
Υπάρχουν εργαζόμενοι που κατόρθωσαν στο πρόσφατο παρελθόν, να εξασφαλίσουν ικανοποιητική, πολλές φορές και υπέρμετρη μερίδα από το προϊόν της εργασίας τους, και άλλοι που απολαμβάνουν συγκριτικά μικρή μερίδα ή και ελάχιστη. Το ανάλογο ισχύει και για τις συνθήκες εργασίας. Άλλοι πέτυχαν ιδανικές (άνετο περιβάλλον, ξεκούραστο ωράριο, άδειες, διευκολύνσεις, ασφαλίσεις), άλλοι μετά βίας ανεκτές. Μερικοί από τους παράγοντες που συμβάλλουν στη δημιουργία αυτής της ανισότητας είναι έξω από τον έλεγχο των εργαζομένων και ίσως και των εργοδοτών (π.χ. συγκυρίες της παγκόσμιας οικονομίας, δυσαναλογία προσφοράς και ζήτησης), συχνά, όμως, η εξασφάλιση της θετικής ανισότητας ενός μεγάλου μέρους των εργαζομένων είναι αποτέλεσμα των διεκδικητικών αγώνων τους και της, ποικίλης προέλευσης, θετικής αντίκρισης των εργατικών απαιτήσεων από τους εργοδότες. Είναι επόμενο το δημοκρατικό κράτος ως εργοδότης να είναι συνήθως ενδοτικό στις διεκδικήσεις των εργαζομένων στις υπηρεσίες του, γιατί η εκάστοτε κυβέρνηση βλέπει τους εργαζομένους και ως ψηφοφόρους της που δε θέλει να τους δυσαρεστεί, όπως δε θέλει να δυσαρεστεί και τους λοιπούς πολίτες που ταλαιπωρούνται από τις απεργίες. Αντίστοιχα, μεγάλες ανώνυμες εταιρείες με τεράστια κέρδη (π.χ. Τράπεζες) προτιμούν να στερηθούν ένα μικρό μέρος των κερδών τους για ικανοποίηση των εργαζομένων, παρά να διακινδυνεύσουν παγιωμένα συμφέροντα. Το ίδιο και με τους οργανισμούς κοινής ωφέλειας· ας πάρουν κάτι περισσότερο οι εργαζόμενοι, αυτός που πληρώνει, έτσι κι αλλιώς, δεν εκπροσωπείται στο Συμβούλιο που παραχωρεί.
Αυτή η πρακτική ανισότητα μεταξύ των εργαζομένων εξελίσσεται, ή, τουλάχιστον, φαίνεται στα μάτια των λιγότερο τυχερών να εξελίσσεται σε εκμετάλλευση προνομίων. Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι αισθάνονται να χωρίζονται σε δυο συγκρουομένων συμφερόντων τάξεις, των προνομιούχων και των ...αποκλήρων. Ένας συνεπής αριστερός θα ισχυριζόταν, όχι χωρίς ισχυρή δόση ακρίβειας, ότι αυτός ο διαχωρισμός δεν υπήρξε αυτόματος, εκ των πραγμάτων, αλλά σκόπιμος από την πλευρά του καπιταλιστικού συστήματος, με στόχο την αποδυνάμωση του εργατικού κινήματος. Οπωσδήποτε, πιστεύω, δε βοηθά στην εν τη ενότητι ισχύν της πλευράς της εργασίας στη διαπάλη με το κεφάλαιο για τη διεκδίκηση της κοινωνικής ισότητας και επίτευξη της κοινωνικής δημοκρατίας.
Και είναι, προφανώς, συμφέρον των εργαζομένων, το άνοιγμα της μεταξύ τους διαφοράς να σμικρύνεται, όχι να μεγαλώνει, και να αδρανοποιείται προς όφελος του κοινού αγώνα για βελτίωση της θέσης τους. Κάθε απαίτηση διεύρυνσης των προνομίων ορισμένων εργαζομένων ερμηνεύεται, και είναι ενέργεια σε βάρος της συνολικής προόδου των εργατικών διεκδικήσεων. Παράλληλα οι τέτοιες απαιτήσεις είναι δυνατό να τύχουν εκμετάλλευσης από την εργοδοτική πλευρά η οποία βρίσκει ανέλπιστους συμμάχους ανάμεσα στους δυσαρεστημένους μη προνομιούχους για να θεμελιώνει τη σκλήρυνση της στάσης της. Φαύλος κύκλος. Τι γίνεται, λοιπόν;
Η λύση, φυσικά, δεν είναι στην αποστέρηση εργαζομένων που πέτυχαν καλούς όρους εργασίας από τα δικαιώματά τους. Η λύση είναι στο σχεδιασμό μιας συνολικής κοινωνικής πολιτικής που θα εκσυγχρονίζει το πλέγμα των σχέσεων εργασίας - εργοδοσίας. Θα το απαλλάσσει από το μακάβριο εναγκαλισμό της "πάλης των τάξεων", αλλά και από την βάναυση περίσφιξη της "εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο". Μιας σύγχρονης κοινωνικής πολιτικής που με αιχμή του δόρατος την αύξηση της παραγωγικότητας θα δημιουργεί περιθώρια αδιάκοπης αναδιανομής του προϊόντος της εργασίας προς όφελος όλων των κοινωνικών εταίρων.
Η συνεχής βελτίωση της θέσης των εργαζομένων δεν μπορεί, βέβαια, να επιτευχθεί σε βάρος της εθνικής οικονομίας, ούτε καν σε βάρος των οικονομικών ή πολιτικών κερδών των εργοδοτών, αλλά μόνο παράλληλα και ισόρροπα. Και για να μπορέσει η πλευρά των εργαζομένων να επιδιώξει και να επιτύχει το σχεδιασμό και την εφαρμογή μιας δίκαιης για όλους κοινωνικής πολιτικής, οφείλει να κατέλθει ενωμένη στον αγώνα, θέτοντας καταμέρος τον παραλογισμό των προνομίων.

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2007

Διπλωματία Vs Δημαγωγία

Ελσίνκι: ορόσημο με προοπτική

(Επειδή ενδεχομένως είναι διδακτικό να ξέρουμε από πού περάσαμε πριν οδηγηθούμε στην οριστική διχοτόμηση της χώρας μας, επαναδημοσιεύεται μετά από εφτάμιση χρόνια αυτό το άρθρο)

Όσοι βιώναμε το αμφίρροπο του αγώνα Διπλωματία Vs Δημαγωγία που εκτυλίχτηκε τον παρελθόντα Δεκέμβρη σε Ελλάδα και Κύπρο, με καταφανή ανακούφιση παρακολουθήσαμε όχι μόνο το αποτέλεσμα που κατακυρώθηκε με την απόφαση του Ελσίνκι, αλλά και, περισσότερο θαρρώ, τη χιονοστιβάδα των διαφοροποιήσεων που ακολούθησαν και ακολουθούν. Όχι πως έληξε η αντιπαράθεση των δυο διαχρονικών αντιπάλων που αδιάκοπα συγκρούονται στο γήπεδο κάθε δημοκρατίας, αλλά, επιτέλους ηττήθηκε το παρ' ημίν (τοις Έλλησι) για δεκαετίες μόνιμο φαβορί, και τα πράγματα δείχνουν πως η Διπλωματία έχει τώρα το πάνω χέρι. Και όχι μόνο αυτό, αλλά διαφαίνεται μια σοβαρή τάση αντιστροφής των πραγμάτων, έτσι που τελικά μπορεί να καταστεί αχρείαστη και αυτή η ίδια η αντιπαλότητα. Φανταστείτε, δηλαδή Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό να μην είναι αιώνιοι αντίπαλοι, αλλά να αλληλοδανείζονται παίκτες και προπονητές.
Πολύ παραβολικά τα γράφω και πρέπει να γίνω σαφέστερος!
Το πολιτικό κόστος είναι (δυστυχώς) το βασικό κριτήριο που συνήθως επιστρατεύεται προκειμένου να ληφθούν από την πολιτική ηγεσία αποφάσεις για όλα τα σημαντικά ζητήματα, και για την κατεύθυνση της εξωτερικής πολιτικής. Τι φέρνει περισσότερες, ή τι αφαιρεί ολιγότερες ψήφους: τούτο είναι το κριτήριο· τα λοιπά έρχονται δεύτερα, αν έρχονται. Κοντολογίς η εξωτερική πολιτική διαμορφώνεται ως επί το πλείστον για εσωτερική κατανάλωση. Με τα φυσικά ολέθρια συνεπακόλουθα. Αυτή είναι η κύρια "ανηθικότητα" της πολιτικής δράσης που, άλλωστε, καλείται -και φιλοδοξεί- να εξουδετερώσει ο πολιτικός εκσυγχρονισμός.
Οι αποφάσεις για τα καίρια και τα ουσιώδη του δημόσιου βίου οφείλουν να λαμβάνονται στην απουσία του παράγοντα του πολιτικού κόστους γι' αυτόν που τις παίρνει, και με μοναδικό γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, ακόμα κι αν αυτό υπάρχει ενδεχόμενο να μην το αντιληφθεί έγκαιρα η κοινωνία των πολιτών και να αποσύρει προς στιγμή την εμπιστοσύνη της στον ηγέτη που μπαίνει μπροστά από τα γεγονότα. Πραγματικά σωτήριοι για το λαό αναδείχτηκαν οι ηγέτες που κώφευσαν στις σειρήνες των ψήφων και ορθοτόμησαν την πορεία τους προς στόχους κεφαλαιώδεις, παραβλέποντας την πιθανότητα ή και την περίπτωση να καθυστερήσει υπερβολικά η κατανόηση των ενεργειών τους από το λαό. Και ευτυχείς εκείνοι που δεν πλήρωσαν με λαϊκή κατακραυγή τις ορθές αποφάσεις τους, επειδή δόθηκε ο χρόνος να κατανοηθούν οι μακροπρόθεσμες θετικές συνέπειές τους.
Οι κυβερνήσεις, τα κόμματα μετρούν τι θέλει ο λαός και φροντίζουν να μην κακοφανίσουν τις αρέσκειές του. Και τι το κακό; Το κακό βρίσκεται στον τρόπο που κατασκευάζεται αυτό που "θέλει ο λαός". Γιατί πρόκειται πράγματι για φαύλο κύκλο. Φορτίζονται οι πολίτες από τα πολιτικά και άλλα ηγετικά κέντρα με όλων των λογιών τους παθολογικούς -ισμούς, και ακολούθως δεσμεύουν τις δειλές ηγεσίες να ακολουθήσουν δρόμους συχνά αδιέξοδους. Το συνολάκι Σκόπια - Σαμαράς σήμερα προκαλεί στους νουνεχείς φρίκη. Μια μικρή χώρα που θα γινόταν "δορυφόρος" μιας ισχυρής Ελλάδας αναδείχτηκε σε δυναμικό αντίπαλο καθώς οι -ισμοί γεννούσαν συλλαλητήρια και τα συλλαλητήρια Σαμαράδες· όταν το πήραν είδηση, η πρώην γιουγκοσλαυική περιοχή βρισκόταν στην αγκαλιά των αντιπάλων. Ίσως αυτή η φρίκη καθίσταται σήμερα λυτρωτική.
Ας μεταβούμε, όμως, στο Ελσίνκι· δηλονότι στα τρέχοντα. Παρά τους μαξιμαλιστικούς κρωγμούς των κοντόφθαλμων και τους εξωπραγματικούς φόβους των σταθερά επιφυλακτικών, Σημίτης και Παπανδρέου ανέλαβαν να πληρώσουν το λογαριασμό μιας τολμηρής εξωτερικής πολιτικής που βλέπει μακριά. Τοποθετώντας το ακανθώδες πακέτο των ελληνοτουρκικών διαφορών στο τραπέζι της Ευρωπαϊκής Ένωσης διακινδύνευσαν να παρεξηγηθεί σε Ελλάδα και Κύπρο η ενέργειά τους, παρά τα σημαντικά πλεονεκτήματα που δικαιολογημένα ανέμεναν να αποκομίσει το εθνικό συμφέρον. Αν υπολόγιζαν το πολιτικό κόστος θα προέκριναν τη συνέχιση της γνωστής ...εθνικής στρατηγικής(!): δεν πολεμούμε, δε συζητούμε, μόνο γκρινιάζουμε που δεν αναγνωρίζουν οι ισχυροί της Γης το δίκιο μας.
Όλοι θυμούνται το πάθημα του μακαρίτη Ανδρέα Παπανδρέου. Με την πρώτη δυσκολία, η (αμφίβολη;) ελπίδα που γεννήθηκε στο Νταβός μετονομάστηκε mea culpa. Ήταν βαρύ το τίμημα, μεγάλο το πολιτικό κόστος για το ρήτορα του "βυθίσατε το Σισμίκ", ανακρούσθηκε πρύμνη για σμίκρυνση των επικρεμάμενων απωλειών. Εκείνο το παράδειγμα δικαιολογημένα προέβαλλε αποτρεπτικό. Όμως τόλμησαν. Και, ώ του θαύματος, διαπιστώνουν πως ο λογαριασμός δεν είναι χρεωστικός, αλλά καθημερινά διαμορφώνεται πιστωτικός. Ο λαός, στην Ελλάδα ήδη χθές, στην Κύπρο αύριο, μπορεί να "θέλει" εθνικισμούς και σωβινισμούς και άλλους -ισμούς, αλλά, ιδίως όταν ενημερωθεί σφαιρικά και ολόπλευρα, συναισθάνεται πώς εξυπηρετείται το πραγματικό εθνικό συμφέρον.
Δεν είναι πρόθεση αυτού του κειμένου να καταγράψει τα κέρδη από την απόφαση του Ελσίνκι. Μόνο θέλει να τονίσει πως δεν αξίζει να αναζητούνται σε ό,τι βρίσκεται μόνο μπροστά στη μύτη μας, όπως η εξασφάλιση της ενταξιακής πορείας της Κύπρου ή η μελλοντική προσφυγή στη Χάγη. Αξίζει να αφαιρέσουμε τις παρωπίδες, αλλά και να πάρουμε τα κιάλια. Το μακροπρόθεσμο συμφέρον της Ελλάδας και της Κύπρου δε βρίσκεται στη μόνιμη αντιπαλότητα με το γείτονα, και τον αποκλεισμό του, αλλά στη συνεργασία και την από κοινού εκμετάλλευση των ευκαιριών που παρέχει το κοινό ευρωπαϊκό σπίτι. Αρκεί τον πρώτο καιρό, όπου οι οικτρές μνήμες και οι κακές συνήθειες είναι παρούσες, να εξασφαλίζεται η σύμπραξη ενός κοινού φίλου με αρχές θεσμικές και μηχανισμούς επιβολής που μπορούν να εμπνεύσουν σε όλους εμπιστοσύνη. Για το ρόλο αυτό προσφέρεται η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό είναι το πλεονέκτημα.
Όμως, μπαίνω στον πειρασμό να καταγράψω ένα, νομίζω, εξαιρετικά σοβαρό άμεσο θετικό αποτέλεσμα της απόφασης του Ελσίνκι που δεν του δόθηκε τότε η προβολή που του αξίζει και που σήμερα φαίνεται τόσο αυτονόητο που όλοι το παραβλέπουν. Αποσοβήθηκε η πιθανότητα να ξεσπάσει ξαφνικά και αναπάντεχα ένα "θερμό επεισόδιο", μια σύντομη σε διάρκεια, μεγάλη, όμως, σε καταστροφικές συνέπειες ένοπλη σύγκρουση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, φυσικά με την εμπλοκή και της Κύπρου, προκειμένου, όπως πολλοί το σκέφτηκαν μέχρι και το προγραμμάτιζαν, να υποχρεωθούν οι δυο χώρες να μπουν στο δρόμο της επίλυσης των ενοχλητικών για πολλούς διαφορών τους. Ένα τέτοιο επεισόδιο δεν υπάρχει λόγος να διατηρείται πια σήμερα στη φαρέτρα οποιουδήποτε αυτόκλητου συμμαχικού μεσολαβητή που του ανατίθεται η προσφορά ...καλών υπηρεσιών. Ελλάδα και Τουρκία δε χρειάζονται πια τον πόλεμο για να οδηγηθούν στην ειρήνη, βρίσκονται ήδη στο δρόμο και με μικρά υπομονετικά βήματα μπορούν να φτάσουν σε τέρμα αμοιβαία επιθυμητό, αφού επιτέλους έγινε αποδεκτό πως δε χρειάζεται να ηττηθεί η μια για να νικήσει η άλλη. Η διπλωματία, χωρίς την εχθρότητα, τις τρικλοποδιές και τις ακυρώσεις της δημαγωγίας έχει τη δύναμη να είναι αποτελεσματική. Η επικράτησή της το Δεκέμβρη, που επιβεβαιώνεται και διευρύνεται καθημερινά, και η πανηγυρική επικύρωσή της από τον ελληνικό λαό στις πρόσφατες εκλογές δικαιολογεί χρηστές ελπίδες.
Το Ελσίνκι, η παγωμένη πρωτεύουσα του βορρά, έδωσε το όνομά του σε ένα ιστορικό σταθμό του εθνικού μας βίου. Ένα σταθμό που όχι μόνο μεταβάλλει αποφασιστικά τα ίσαμε τώρα δεδομένα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τη λύση του κυπριακού, αλλά εγκαινιάζει και τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής ζωής των Ελλήνων απαλλάσσοντάς την από την κυρίαρχη παρουσία του ανήθικου παράγοντα του υπολογισμού του πολιτικού κόστους στη λήψη των καίριων αποφάσεων. Στο μέλλον αυτές οι καινούριες πραγματικότητες θα οχυρωθούν και θα παγιωθούν στην Ελλάδα πρώτα, και στην Κύπρο σύντομα.

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2007

Κυπριακό και ηθικές αξίες


Φοβούμαι πως εκ των πραγμάτων αξίες (ηθικές, προφανώς), πολιτική και κυπριακό δε χωράνε στο ίδιο καλάθι. Οι ηθικές αξίες δε συγχρώνται με την πολιτική, πολύ περισσότερο με την διαχείριση του κυπριακού προβλήματος, και η πολιτική δεν έχει αφεθεί ποτέ ίσαμε σήμερα να πετύχει τη λύση του κυπριακού!
Οι ηθικές αξίες (π.χ. δικαιοσύνη, ελευθερία) μπορεί να προβάλλονται συχνά από την πολιτική ως προφάσεις ή λάβαρα, αλλά αυτή έχει τις δικές της αξίες (π.χ. συναίνεση, ειρήνη) να υπηρετήσει, και κακώς αναμένεται να διαδραματίζει ρόλους αλλοτρίους. Δικαίωση, δηλαδή απονομή του δικαίου, μπορεί κανείς να απαιτεί από τα δικαστήρια· από την πολιτική το αναμενόμενο οφείλει να είναι ο διακανονισμός. Η πολιτική δεν αποδίδει ευθύνες, γιατί δουλειά της δεν είναι να ανακρίνει και να ανακαλύπτει ποιος έχει το δίκιο με το μέρος του· στοχεύει στην ανεύρεση της αμοιβαία συμφέρουσας, συνεπώς αποδεκτής διευθέτησης. Τα πολιτικά προβλήματα λύονται όχι με βάση κανόνες που προκύπτουν από την υιοθέτηση ή το σεβασμό ηθικών αξιών, αλλά με επιλογές επένδυσης συμφερόντων. Αν, λογουχάρη, συμφέρον, άρα στόχος της Τουρκίας είναι η διασφάλιση του κοσμικού της καθεστώτος και η οικονομική ανάπτυξη, και δικό μας η επιβίωση και θετική προοπτική του κυπριακού ελληνισμού, τότε μπορούμε να επενδύσουμε αυτά τα συμφέροντα από κοινού στην πρόθυμη, άλλωστε, Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στο παρελθόν αναζητήσαμε και επιδιώξαμε χωρίς αποτέλεσμα λύση του κυπριακού στη βάση της επικράτησης ηθικών αξιών. Και σήμερα μιλάμε για "δίκαιη" λύση, για εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ωσάν να συνέβηκε αυτό οπουδήποτε αλλού! Σ' ένα αγγελικό κόσμο η πολιτική, έτσι κι αλλιώς, θα ήταν ολότελα άχρηστη. Στον πραγματικό κόσμο, όμως, χρειάζεται η παρέμβαση της πολιτικής για να διευθετεί τόσο τις ενδοκοινωνικές αντιπαλότητες, όσο και τις διεθνικές συγκρούσεις.
Αν η πλεύση αυτή της πολιτικής δεν ικανοποιεί τους πνευματικούς ανθρώπους, καθήκον της φιλοσοφίας -αυτή προσδιορίζει τα όρια των επιστημών- είναι να επανακαθορίσει το περιεχόμενό της.

Ιδιωτικότητα και δημοσιότητα


Η διαφύλαξη του απορρήτου της ιδιωτικής ζωής, αφενός, και, αφετέρου, η εξασφάλιση των αναγκαίων πληροφοριών, ώστε ο κάθε πολίτης να διαμορφώνει ολοκληρωμένη εικόνα για τα δημόσια πρόσωπα, είναι ένα ζεύγος δικαιωμάτων που, όπως και πολλά άλλα ζεύγη, βρίσκονται σε αντίκρουση, τόσο που να επιβάλλεται η χάραξη της πάντοτε χρήσιμης οριοθετικής γραμμής.
Αν, για παράδειγμα, ο πολίτης πιστεύει -και γιατί όχι- ότι η συζυγική πίστη είναι κριτήριο σύνεσης και ωριμότητας απαραίτητης για ένα, ας πούμε, βουλευτή, τότε του είναι εκ των ων ουκ άνευ να ενημερωθεί για τις εξωσυζυγικές περιπέτειες του συμπολίτη του που ίσως, μάλιστα, προβάλλει την οικογενειακή του συνέπεια ως κίνητρο προσέλκυσης ψηφοφόρων, καθώς προσέρχεται να καταθέσει την υποψηφιότητά του συνοδευόμενος από χαμογελαστά παιδάκια που ανεβοκατεβαίνουν τεχνηέντως άτακτα στα γόνατά του την ώρα που υπογράφει την αίτηση. Ακριβώς, του χρειάζεται του πολίτη η ενημέρωση για να μην πέσει θύμα της καλοστημένης φενάκης.
Άραγε, θα ήταν δίκαιο να κατηγορηθεί ο δημοσιογράφος που θα αποκαλύψει τις ιδιωτικές, βέβαια, δραστηριότητες του υποψηφίου ως εισβολέας και καταπατητής των δικαιωμάτων του; Μα ο δημοσιογράφος ανταποκρίνεται εν προκειμένω στην απαίτηση του δικαιολογημένα ενδιαφερόμενου πολίτη. Στο κάτω κάτω για κάποιους άλλους πολίτες ίσως οι πληροφορίες αυτές να οδηγούν σε θετικά συμπεράσματα!
Πιστεύω ότι τα πρόσωπα που προτίθενται να αναλάβουν δημόσια αξιώματα πρέπει να μετακομίζουν σε "γυάλινα σπίτια". Και να έχουν πλήρη συνείδηση της διαφάνειας που τα περιβάλλει. Όποιος διεκδικεί ή αναλαμβάνει να ηγείται της κοινωνίας ή να εκπροσωπεί τους πολίτες οφείλει να απαρνιέται και εθελούσια να αλλοτριώνεται από το δικαίωμα της ιδιωτικότητας. Να αφήνει ανεμπόδιστη τη δυνατότητα δημοσίευσης πληροφοριών που τον αφορούν, ώστε η κρίση των συμπολιτών του γι' αυτόν να στηρίζεται σε ολόπλευρη και ακριβή ενημέρωση για το άτομο και τις δραστηριότητές του.
Απόρρητη, λοιπόν, και ακοινολόγητη η ιδιωτική ζωή εκείνων των πολιτών που επιθυμούν να παραμένουν έξω από το φως των προβολέων που καλύπτουν τα δημόσια πράγματα. Διαφανής, όμως, και δημοσιεύσιμη, για όσους διεκδικούν θέση στο προσκήνιο της πολιτείας. Όποιος πιστεύει πως έχει να κρύψει, ας μη συνωθείται στις πρωτοκαθεδρίες· τότε δικαιούται, αναντίλεκτα, το πλεονέκτημα της αποσιώπησης.